Από το παρελθόν στο παρόν

Α. Μυθολογία

Η Νύμφη Λάρισσα
Γύρω από το όνομα Λάρισα, έχουν δημιουργηθεί αρκετοί μύθοι με τους οποίους οι Θεσσαλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την προέλευση της ονομασίας της και να υμνήσουν την πρωτεύουσά τους της οποίας η ίδρυση χάνονταν τόσο πίσω στο χρόνο που μόνον οι εικασίες μπορούσαν να προσεγγίσουν. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή η Λάρισσα προήλθε από την Πελασγική λέξη λάας που σημαίνει βράχος, απ’ όπου και η λέξη λαός. Σύμφωνα με μία εκδοχή η νύμφη Λάρισα παίζοντας με το τόπι της δίπλα στον Πηνειό, γλίστρησε και πνίγηκε στα νερά του και από τότε πήρε το όνομά της η πόλη. Η Λάρισα, σύμφωνα με τον μύθο ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Λάρισα κτίστηκε από το Λάρισο, γιο του Πελασγού πριν από 4.000 χρόνια περίπου. Το όνομά της είναι πελασγικό και σημαίνει φρούριο ή ακρόπολη.

Ο Πηνειός γιος του Ωκεανού
Ο Πηνειός ποταμός που διασχίζει την πόλη, κατά την μυθολογία, ήταν γιος του Ωκεανού και της Τυθήος, και με την νύμφη Κρέουσα γέννησε τον Ιψέα, βασιλιά των Λαπίθων. Στην περιοχή του Πηνειού ζούσε ο θεός Απόλλωνας, θεός της μουσικής, του φωτός και του κάλλους. Εκεί ερωτεύτηκε την Δάφνη, κόρη του Πηνειού. Φοβούμενος ο Πηνειός για την τύχη της κόρης του την μεταμόρφωσε στο θάμνο δάφνη και από τότε ζει και ανθίζει αιώνια στις όχθες του.

Τα δάκρυα που σχημάτισαν τον Πηνειό
Μια φορά κι έναν καιρό οι θεοί του Ολύμπου ζήλεψαν την εύνοια του Απόλλωνα για το όμορφο βουνό την Πίνδο, στην οποία είχε εμπιστευθεί τις αγαπημένες του Μούσες και Νύμφες. Για να ματαιώσει τα τυχόν άσχημα σχέδια τους ο θείος Απόλλων πάντρεψε την Πίνδο με ένα όμορφο και γενναίο παλικάρι, τον ξακουστό Λίγκο (το βουνό Χάσια). Το ζευγάρι ζούσε αγαπημένο και ευτυχισμένο και από την ένωση τους άρχισαν να ξεπροβάλουν μαγευτικές κοιλάδες και γοητευτικά τοπία στη Δυτική Θεσσαλία. Αυτό εξόργισε ακόμη περισσότερο τους άλλους θεούς, που απαίτησαν το χωρισμό της Πίνδου και του Λίγκου. Μάταια εκείνοι παρακαλούσαν και έχυναν πικρά δάκρυα για να τους αφήσουν ενωμένους, οι θεοί σκληροί και αμετάπειστοι ανάγκασαν το ζευγάρι να χωρίσει. Παρόλα αυτά, η Πίνδος και ο Λίγκος (Χάσια) νοσταλγούσαν τη χαμένη αγάπη κι ευτυχία τους και συνέχεια δάκρυζαν. Από τα δάκρυα τους δημιουργήθηκε το μεγάλο θεσσαλικό ποτάμι ο Πηνειός, που πηγάζει από το σημείο του χωρισμού των δυο βουνών.

Β. Μια ματιά στην ιστορία

Οι προϊστορικοί οικισμοί που ήλθαν στο φως στα όρια της σύγχρονης πόλης της Λάρισας μαρτυρούν την κατοίκηση της σε αυτή από την Νεολιθική Εποχή (6η χιλιετία). Η θέση που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη κατοικείται συνεχώς από την νεολιθική εποχή ως σήμερα και είναι ίσως από τις αρχαιότερες πόλεις στον κόσμο με συνεχή κατοίκηση τουλάχιστον 8.000 ετών. Από τους έξι προϊστορικούς οικισμούς που εντοπίζονται στα όρια της σύγχρονης πόλης, ο λόφος «Φρούριο», η αρχαία ακρόπολη, κατοικείται από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.) συνεχώς, κατά τη διάρκεια όλων των επόμενων ιστορικών περιόδων.
Στους αρχαϊκούς χρόνους (7ος-4ος αι. π.Χ.) διαμορφώνεται η ισχυρή πρωτεύου- σα της Πελασγιώτιδας, η Λάρισα, πάνω στην ακρόπολη καθώς και στις ανατολικές και νότιες υπώρειες αυτής. Οι Θεσσαλοί αφού κυριάρχησαν των προθεσσαλικών Πελασγικών φύλων διασπάστηκαν σε τέσσερα φυλετικά κράτη που ονομάστηκαν «τετράδες ή μοίρες», την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και τη Φθιώτιδα σε αντιστοιχία με τις σημερινές περιοχές της Λάρισας, των Τρικάλων, της Καρδίτσας και των Φαρσάλων. Η διαίρεση αυτή είχε κυρίως γεωγραφικό, οικονομικό και διοικητικό χαρακτήρα.
Τον 4ο αι. οι θεσσαλικές πόλεις συγκροτούν ομόσπονδο κράτος με πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα, το λεγόμενο «Κοινό των Θεσσαλών», του οποίου ο ανώτατος άρχων ονομάζεται «ταγός». Ως πρώτος ταγός αναφέρεται ο Αλεύας ο Πυρρός, ιδρυτής του ηγεμονικού οίκου της Λάρισας, που κυβερνούσε τους Πελασγιώτες. Ο ίδιος οργάνωσε τη συμμαχία στρατιωτικά. Κάθε τετράδα ήταν διαιρεμένη κατά κλή- ρους, ο καθένας από τους οποίους έπρεπε να προσφέρει 40 ιππείς και 80 πελταστές (οπλίτες) στο Κοινό των Θεσσαλών. Η απουσία των πεζών είναι αποτέλεσμα της ικανότητας των Θεσσαλών να εκτρέφουν μεγάλο αριθμό αλόγων και να κινητοποιούν πολυάριθμους ιππείς. Οι Αλευάδες, η αριστοκρατική οικογένεια που κυβερνούσε την Πελασγιώτιδα, φιλοξενούσε προσωπικότητες του πνεύματος όπως τους ποιητές Ανακρέωντα, Σιμωνίδη, Πίνδαρο, Βακχυλίδη, φιλοσόφους όπως το σοφιστή Γοργία και τον ιατρό Ιπποκράτη.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
Τον 4ο περίπου αι. π.Χ., οι έριδες μεταξύ Λάρισας και Φαρσάλου, στην προσπάθεια της πρώτης να διατηρήσει τη δύναμη της και την πρωτοκαθεδρία της στο θεσμό της ταγείας, οδήγησαν τις δύο πόλεις σε συγκρούσεις από τις ο- ποίες η Λάρισα εξήλθε νικήτρια με τη βοήθεια δυνάμεων από την Κεντρική Ελλάδα. Η συνεχόμενη όμως διαμάχη την αποδυνάμωσαν με αποτέλεσμα να κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, όταν ο Φίλιππος ο Β’ εισέβαλε στην περιοχή. Από το 344 π.Χ. έως το 196 π.Χ. η Λάρισα ήταν υποταγμένη στο όνομα ενός συνασπισμού στους βασιλείς της Μακεδονίας. Αργότερα όμως όταν οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην περιοχή, απελευθερώνοντας τη Λάρισα από τους Μακεδόνες, στην εξουσία επικράτησε η αντιμακεδονική παράταξη η οποία ευνοούνταν από τους Ρωμαίους κατακτητές. Κάτω από τη δική τους δημοκρατική διακυβέρνηση, η πόλη γνώρισε μια σύντομη αναλαμπή ακμής χωρίς να παραλείπονται και πολλές φάσεις παρακμής.
Μια από τις πιο λαμπρές στιγμές στην ιστορία της ήταν η θεσμοθέτηση των Ελευθέριων. Τα Ελευθέρια που θεσμοθετήθηκαν προς τιμήν του Ελευθερίου Διός, κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ήταν μια μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή με απήχηση σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, σε πόλεις της Μικράς Ασίας ακόμη και της Ιταλίας. Αυτά περιελάμβαναν μεγάλους ιππικούς, φιλολογικούς, χορευτικούς, γυμνικούς και μουσικούς αγώνες.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Παλαιοχριστιανική Περίοδος (4ος-7ος αι. μ.Χ)
Με την άνοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο θρόνο, τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Κωνσταντινούπολη και την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Θεσσαλία εξακολουθεί να αποτελεί διοικητική επαρχία, η οποία διοικητικά υπάγεται στο Ανατολικό Ιλλυρικό και εκκλησιαστικά στον πάπα της Ρώμης. Γύρω στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. αναφέρεται κατάληψη και λεηλασία της πόλης κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου, ενώ το 482 μ.Χ., οχυρώνεται από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και ορίζεται τελεσίδικα έδρα της επαρχίας. Το σημαντικότερο νέο στοιχείο της περιόδου είναι η εξάπλωση του Χριστιανισμού. Όσον αφορά στην εξάπλω- σή του στη Λάρισα, μεγάλη θεωρήθηκε κατά ορισμένες πηγές και η συμβολή του Αγίου Αχιλλίου, ίσως του πρώτου Επισκόπου της, για τον οποίο αναφέρεται ότι συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (324 μ.Χ.) και υπήρξε ιδρυτής αρκετών κοινωφελών ιδρυμάτων στην πόλη, ενώ επιμελήθηκε ο ίδιος τον τάφο του στο λόφο του φρουρίου.
Κυρίως Βυζαντινή Περίοδος (7ος-13ος αι. μ. Χ.)
Την ακμάζουσα παλαιοχριστιανική περίοδο, έρχεται να διακόψει από τα τέλη του 6ου αιώνα μια μεγάλη περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, κατά την οποία οι πόλεις της Θεσσαλίας παύουν να αναφέρονται στις πηγές. Σημαντική αναστάτωση δημιουργείται από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων, μέρος των οποίων εγκαθίσταται μόνιμα σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Τον 10ο αιώνα σημειώνονται και άλλες καταστρεπτικές επιδρομές στη Θεσσαλία. Μία από αυτές, του 901 - 902 μ.Χ., σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα με Άραβες. Στη συνέχεια η Λάρισα έπειτα από τριετή πολιορκία, το 982 μ.Χ. κυριεύεται από το Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος μετέφερε τα λείψανα του Αγ. Αχιλλίου στο ανάκτορό του, στη λίμνη Πρέσπα. Στο χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού (1081 - 1118 μ.Χ.) η Λάρισα μνημονεύεται μεταξύ των πόλεων εκείνων στις οποίες παραχωρούνται εμπορικά προνόμια και ελεύθερη άσκηση του εμπορίου με τους Βενετούς.
Από τον 12ο αι., και κυρίως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, αρχίζει να γίνεται φανερή η διάσπαση της κεντρικής ορ- γάνωσης του κράτους και η εμφάνιση μικρών περιφερειών με διάφορες ονομασίες.
Υστεροβυζαντινή Περίοδος (13ος-14ος αι. μ.Χ)
Το πρώτο μέρος της υστεροβυζαντινής περιόδου αποτελεί την εποχή της Φραγκοκρατίας, η οποία στη Θεσσαλία είναι σύντομη και διαρκεί λιγότερο από είκοσι χρόνια. Όταν το 1204 καταλύθηκε το βυζαντινό κράτος και η Κωνσταντινούπολη με το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής επικράτειας περιήλθε στην εξουσία των Λατίνων Ιπποτών της Δ’ Σταυροφορίας, η Θεσσαλία δόθηκε στον βασιλέα της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο του Μομφερρά, ο οποίος την κατέλαβε χωρίς αντίσταση και εγκατέστησε λατινική εξουσία στις πόλεις.
Σ’ όλη αυτή την εποχή, η Θεσσαλία περιήλθε για μικρές μόνον χρονικές περιόδους στην κατοχή του επίσημου βυζαντινού κράτους, οι οποίες δεν αρκούσαν για την αποκατάσταση της εξουσίας του, που είχε κλονισθεί σοβαρά ήδη από τον 12ο αιώνα με την αύξηση της δύναμης των μεγάλων γαιοκτημόνων.
Από καλλιτεχνική άποψη, το σημαντικότερο μνημείο της περιόδου στον σημερινό νομό της Λάρισας, και το μοναδικό που διασώθηκε ακέραιο, είναι η μονή της Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα που ιδρύθηκε στο τέλος του 13ου αιώνα. Στις πόλεις δυστυχώς δεν σώθηκαν μνημεία διότι καταστράφηκαν από την έντονη οικονομική δραστηριότητα των Τούρκων κατά την επόμενη περίοδο.

ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Πρώιμη Οθωμανική Περίοδος (14ος - 16ος αι.)
Η διείσδυση των Οθωμανών στη Θεσσαλία άρχισε το 1392- 93, όταν υπό τον Εβρενός μπέη νίκησαν τις ελληνικές δυνάμεις στα Τέμπη και κατέλαβαν τη Λάρισα και τα Φάρσαλα. Τα επόμενα χρόνια αναπτύχθηκαν εστίες αντίστασης στα ο- ρεινά, όμως έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 1423 ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της από τους Τούρκους.
Γύρω στα 1454-5, η Λάρισα είχε μετατραπεί σε μια καθαρά μουσουλμανική πόλη. Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί η επίσημη τουρκική ονομασία της Λάρισας ως Γενί Σεχίρ.
Ύστερη Οθωμανική Περίοδος (17ος- 19ος αι.)
Στις αρχές του 17ου αι, η Λάρισα ανθεί οικονομικά και εμπορικά. Παρόλα αυτά οι μεγάλες επιδημίες της εποχής και οι φυσικές καταστροφές, όπως η πλημμύρα του Πηνειού, μειώνουν δραστικά τον πληθυσμό και δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στη ζωή της πόλης. Από το 1783, με την εμπορική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, στα μεγάλα κέντρα της Θεσσαλίας αναπτύσσονται ευνοϊκοί όροι για τη διεύρυνση του εμπορίου. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται έντονη πνευματική άνθηση, με τον Κωνσταντίνο Κούμα, γύρω στα 1798, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή, δι δάσκοντας ελληνικά και μαθηματικά στο Ελληνικό Σχολείο.
Η έκρηξη της μεγάλης επανάστασης (1821- 1829) μετατρέπει τη Λάρισα και την περιοχή της σε βασικό στρατιωτικό κέντρο και κέντρο ανεφοδιασμού των τουρκικών δυνάμεων.
Στα πλαίσια φιλελευθεροποίησης της οθωμανικής εξουσίας κατά τα μέσα του 19ου αι., επιτράπηκε στους υπόδουλους χριστιανούς να κτίσουν σχολεία και να ανακαινίσουν τους παλαιούς ναούς ή να κτίσουν καινούριους, κάτι που έως τότε συναντούσε μεγάλα εμπόδια και αντίσταση από τους Τούρκους.
Η έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 ήταν η α φορμή για να επαναληφθούν οι πιέσεις σε βάρος των χριστιανών, καθώς η Πύλη υποπτευόταν την εξέγερση των Θεσσαλών. Η επανάσταση- που φοβόταν η Πύληξέσπασε τελικά τον Ιανουάριο του 1878. Η συγκεκριμένη επαναστατική κίνηση όμως απέτυχε και οι Μεγάλες Δυνάμεις με τη συνθήκη του Αγ. Στεφάνου αποδέχτηκαν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, εξαιρώντας την επαρχία της Ελασσόνας, ενώ προσέφεραν και τη μεσολάβηση τους για τη διευκόλυνση των ελληνοτουρκικών συνομιλιών. Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες κατέληξαν σε δυο συμβάσεις (12 Μαΐου και 20 Ιουνίου 1881), με τις οποίες καθορίστηκαν τα νέα σύνορα των δύο κρατών. Βάσει αυτών, τον Αύγουστο του 1881, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Λάρισα.
Η Λάρισα μετά την απελευθέρωση (από το 1881 έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο)
Στις 31 Αυγούστου 1881 έγινε η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας και ενός μικρού τμήματος της Ηπείρου στον κορμό του μικρού τότε Ελληνικού Κράτους. Σημαντικό γεγονός είναι η ίδρυση του «Ελληνικού Αγροτικού Συλλόγου» το 1884, με στόχο την προαγωγή της ελληνικής γεωργίας, την εξάπλωση νέων καλλιεργειών, την επιμόρφωση των αγροτών, τη διοργάνωση εκθέσεων κ.λπ. Αν και οι προθέσεις ήταν καλές, στο θέμα της ανάπτυξης της γεωργίας δεν υπήρχε πολιτική βούληση και οι μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν βραχυκυκλώσει όλους τους μηχανισμούς της πολιτείας, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί η ποθούμενη αναγέννηση του αγροτικού κόσμου. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η δεύτερη σύντομη κατοχή της Θεσσαλίας από τους Τούρκους (1897- 1898), που ήταν το αποτέλεσμα της ε ξ έ λ ι ξ η ς του Κρητικού Ζητήματος και των βεβιασμένων ενεργειών της Ελληνικής Κ υ β έ ρ ν η - σης. Ο ισχυρός αυτός κλονισμός της δεύτερης κατοχής έφερε όμως και την αναγκαία περισυλλογή και αφύπνιση για το κυρίαρχο ζήτημα που συνέχιζε να είναι το Αγροτικό. Σύλλογοι αγροτών, συλλαλητήρια, δυναμικές εκδηλώσεις θορύβησαν τους μεγαλογαιοκτήμονες που αντέδρασαν σπασμωδικά φτάνοντας και σε ακραίες λύσεις, μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα και η βίαιη διάλυση του αγροτικού συλλαλητηρίου στο Κιλελέρ και στη Λάρισα στα 1907-1910.
Α΄ Παγκόσμιος έως σήμερα
Η περίοδος 1914- 1917 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) υπήρξε κρίσιμη για τη Θεσσαλία. Η μακροχρόνια στράτευση πολλών ανδρών στερούσε από τη γεωργία τα εργατικά χέρια και οι αναστατώσεις του Ε θνικού Διχασμού δεν άφησαν ανεπηρέαστο ολόκληρο το Νομό Λάρισας. Την κατάσταση θα επιδεινώσει το πικρό τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου, η καταστροφή, η προσφυγιά. Ο Θεσσαλός Νικόλαος Πλαστήρας θα επιταχύνει μετά το 1922 τα αργά βήματα προς την αποκατάσταση των αγροτών που είχαν αρχίσει ήδη από το 1917. Κατά τη διετία 1923- 1925, αλλά και αργότερα, αρχίζει μια προσπάθεια καθορισμού των απαλλοτριωτέων εκτάσεων, επιλογής των δικαιούχων κλήρου, ποσοτικού προσδιορισμού του γεωργικού - κτηνοτροφικού κλήρου.
Τα Φάρσαλα, η Ελασσόνα, η Αγιά κι ο Τύρναβος ενισχύθηκαν πληθυσμιακά, όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση του πληθυσμού το αποκόμισε η Λάρισα. Η Λάρισα ήταν η πόλη με τις μεγαλύτερες ανάγκες, για νέα ρυμοτομία, φωτισμό, υδροδότηση. Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνιση τους αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες (αλευρόμυλοι, υφαντουργεία, παγοποιεία, εργοστάσια υποδημάτων, ζαχαροπλαστικής, ποτοποιεία) και πλάι τους μικρότερες βιοτεχνίες και καταστήματα, αρκετά για να καλύψουν όχι μόνο τις ανάγκες της πόλης αλλά και του νομού.
Θα έλεγε κανείς ότι μέσα σε αυτά τα εξήντα χρόνια (1881- 1940) το τοπίο διαφοροποιήθηκε σε όλες του τις διαστά σεις. Ο ερχομός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση και να επισφραγίσει την τρομακτική σε μέγεθος φυγή πληθυσμών (1955-1965) προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και μετά, η Λάρισα μεταμορφώθηκε σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο, που ζει με έντονους ρυθμούς και έχει δημιουργήσει πυλώνες πολιτιστικής, επιστημονικής και βιομηχανικής δραστηριότητας, δίνοντας την αίσθηση μιας πόλης με πολλές δυνατότητες και ακόμη περισσότερες προοπτικές.

Γ. Ξένοι Περιηγητές

Οι περιηγητές στην πόλη των Αλευάδων
Οι ταξιδιώτες και επισκέπτες της πόλης της Λάρισας έδειξαν το έντονο ενδιαφέρον τους ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αμελητέες οι πληροφορίες που έχουμε από κείμενα περιηγητών που οδηγήθηκαν μέχρι εκείνο το δυτικότερο άκρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους δύο προηγούμενους αιώνες, τον 17ο και τον 18ο αιώνα.
Κατέγραψαν μέσα σε κείμενα διανθισμένα με πολλή ιστορία, εθνολογία και αρχαιολογία την Λάρισα, ως συναρπαστική με όλα τα θετικά και αρνητικά που έσερνε στο πέρασμα των αιώνων. Μία πόλη, που ύστερα από πολλαπλές αποτυχημένες επαναστάσεις, που κράτησαν έναν αιώνα, κέρδισε το στοίχημα στην τελευταία και κατάφερε να δώσει στον λαό της την ικανοποίηση ότι υλοποίησε το όνειρο της ελευθερίας αξιοποίησε τον ιδρώτα αιώνων, χρωμάτισε ζωντανά την επιθυμία για το δικαίωμα στη ζωή και έδωσε ταιριαστή ποιότητα στα έργα των χεριών και του μυαλού.
Στο σύνολό τους οι περιηγητές είναι άτομα νεαρής ηλικίας, μορφωμένοι ταξιδιώτες, οι οποίοι επέλεξαν συνειδητά και για τους ίδιους τον από αιώνων τόπο προορισμού των επισκεπτών. Το νεαρό και εύρωστο της ηλικίας τους, τους βοήθησε να υπερπηδούν τα πολλαπλά προβλήματα των επιδημιών που μάστιζαν τους κατοίκους των περιοχών του δυτικού αυτού άκρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τα προβλήματα που προέρχονταν από την κούραση των πολυήμερων ταξιδιών πάνω σε άλογα ή σε ελάχιστα άνετες άμαξες και μέσα από λασπωμένους δρόμους, πέτρινες στενές διόδους και ορεινά μονοπάτια.

Απεικόνιση του Πηνειού και της Κοιλάδας των Τεμπών.
Το 1545 τυπώνεται στη Βασιλεία, στη λατινική γλώσσα, το έργο του Νικολάϊ Γκερμπελί «In descriptionem Graeciae Sophiani… Officina Ioannis Oporini, anno salutis humanae MD, XLV, Mense Septembri». Πρόκειται για την εισαγωγή στην περιγραφή της Ελλάδος από τον Σοφιανό. Εντυπωσιασμένος ο Γκερμπελί από κείμενα ιστοριογράφων για τον Πηνειό και τα Τέμπη δίνει στον Πηνειό την εικόνα πλωτού ποταμού, τον οποίο διασχίζουν μικρά και μεγαλύτερα πλοία. Η φαντασία του προχωράει ακόμα περισσότερο κατά την περαιτέρω περιγραφή της κοιλάδας των Τεμπών, όπου αναφέρεται στα ήρεμα σαν λάδι νερά του Πηνειού, στα μικρά και μεγάλα πλοία που τον διατρέχουν μεταφέροντας πλήθος κόσμου, αλλά και στους ευτυχισμένους λουόμενους που απολαμβάνουν την δροσιά των υγιεινών νερών του. Στη συνέχεια, αναφέρεται στην ιστορία της Λάρισας όπως την διάβασε στα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και των Λατίνων συγγραφέων.

Χαρτογράφηση της Θεσσαλίας.
Το 1660 εκδόθηκε στο Άμστερνταμ το βιβλίο του Γιόχαν Λάουρενμπεργκ (Johann Laurenberg) με τίτλο, Atlas Graecia Antiqua. Τον Λάουρενμπεργκ τον χαρακτήριζε περισσότερο ο σχεδιασμός χαρτών. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο γνωστός ως χάρτης της Θεσσαλίας. Εκεί τοποθετεί την πόλη της Λάρισας όπου διαγράφεται η μουσουλμανική τους ετερότητα, με κάποια τζαμιά και κάποιους μιναρέδες, η χριστιανική τους ετερότητα, με τον τρούλο και τον σταυρό ως ένδειξη ύπαρξης χριστιανικής εκκλησίας, όπως επίσης και η μοναδική παρουσία του ποταμού, του Πηνειού, ο οποίος δρούσε καθοριστικά στην γεωγραφική ετερότητα της θεσσαλικής γης, την οποία ξεδιψούσε και έκανε να καρπίζει, αλλά και στην κλιματολογική ετερότητα της Λάρισας, όπου με το «πούσι» του, δημιουργούσε εκείνες τις καταπληκτικά ρομαντικές «μυωπικές εικόνες» πάνω από την ζωή των κατοίκων της πόλης και της υπαίθριου.

Αρχαία νομίσματα και πλούσιο παζάρι
Ο Πωλ Λούκας (Paul Lucas) πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην Ανατολή και στην Ελλάδα, (1714 -1717) υπήρξε ακούραστος ταξιδιώτης, άφοβος μπροστά στους κινδύνους, εμπορεύτηκε κοσμήματα και αρχαία νομίσματα. Φθάνοντας διαπιστώνει πως πρόκειται για μια πόλη με πλούσιο παρελθόν όπως έδειχναν τα ερείπιά της, χωρίς τείχος και με σπίτια κτισμένα από χώμα. Διαπιστώνει επίσης πως θα έπρεπε να είχε στο παρελθόν μεγαλοπρεπείς ναούς και παλάτια. Ονομάζει τη Λάρισα, Λάρζα, και μας στέλνει πίσω στις αρχές του 13ου αιώνα, όταν, κατά την διανομή των φέουδων της Θεσσαλίας, διορίσθηκε νέος αφέντης της πόλης τον Οκτώβριο του 1204 ο Λομβαρδός κόμης Γουλιέλμος Ντα Λάρσα. Ο Λούκας δίνει δυο ονομασίες στον Πηνειό, Σαλαμπριά και Λυκόστομο. Ο Λούκας χαρακτηρίζει την Λάρισα προνομιού χα λόγω της ευφορότατης πεδιάδας, αναφέρεται στην αγριότητα των Τούρκων και στην παρά ταύτα, επιμονή των Χριστιανών να διατηρούν την εμποροπανήγυρη δερμάτων, καθώς επίσης και στην ύπαρξη αγγλικού προξενείου, το οποίο προς όφελος της Αγγλίας έκανε τεράστιο εμπόριο σιτηρών προς όλο τον κόσμο με μεγάλα κέρδη.
Η μοναδική χριστιανική εκκλησία στην οποία αναφέρεται ο Λούκας είναι ο Αγ. Αχίλλειος με μητροπολίτη τον Παρθένιο Γ΄ από το 1688 - 1719. Στη Λάρισα η προσφορά νομισμάτων ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο Λούκας άρχισε να διαλέγει, περιφρονώντας εκείνα, που απεικόνιζαν τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο διότι ήσαν ατελή και φθαρμένα και δεν μπορούσε να αντιγράψει την μορφή τους. Στη συνέχεια μας πληροφορεί πως άφησε τις σπασμένες επιγραφές ενώ προφανώς πήρε μαζί του ό,τι ήταν ακέραιο.

Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της πόλης
Το 1803 και 1804 ταξίδεψε στη Θεσσαλία και επισκέφτηκε την Λάρισα ο Jacob Salomon Bartholdy. Εντύπωση στον περιηγητή προκάλεσε η παρουσία νέγρων, ανδρών και γυναικών που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της πόλης κάνοντας ζωηρές κινήσεις με τα χέρια τους, ενώ οι μουσουλμανικές συνοικίες στην Λάρισα εκείνη την εποχή κατελάμβαναν μεγάλες εκτάσεις κι αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι και τα μουσουλμανικά σπίτια είχαν πολλά και ευρύχωρα δωμάτια.
Ανάμεσα στους κατοίκους της Λάρισας ο περιηγητής κατα γράφει και έναν μεγάλο αριθμό τσιγγάνων, τους οποίους οι Τούρκοι ονόμαζαν γύφτους, οι οποίοι ασχολούνταν με την σιδηρουργία αλλά συχνά έκαναν και χρέη μουσικών στις γιορτές των Τούρκων. Άλλωστε ήταν γνωστό ότι οι τουρκόγυφτοι οργανοπαίχτες και οι τουρκογύφτισσες χορεύτριες ήταν η προσφιλής διασκέδαση του Μπέη της Λάρισας. Ο Μπάρτολντυ αναφέρει επίσης και την ύπαρξη μιας ολόκληρης συνοικίας Εβραίων. Οι Εβραίοι, κατά τον περιηγητή, είχαν πλουτίσει επειδή ήταν ικανοί ράφτες και υποδηματοποιοί με αποτέλεσμα να υπάρχουν όμορφες εβραϊκές οικίες όπως εκείνη ενός Ισχάκ, την οποία οι κάτοικοι έδειχναν ως θαύμα αρχιτεκτονικής.
Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Τσιγγάνοι, Ά- ραβες και Αφρικανοί, αποτελούσαν ένα ετερόκλητο πολυεθνικό, πολύγλωσσο και πολυθρησκευτικό σύνολο που συνωστίζονταν στους δρόμους της Λάρισας δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, Στην αγορά των τροφίμων, τον εντυπωσίασε η εικόνα της εκπληκτικής ευημερίας, της αφθονίας, καθώς η Λάρισα διέθετε εξαιρετικά κρέατα, βοδινά και αρνίσια, ψάρια κάθε λογής από τον Πηνειό και κυρίως χέλια, τρυφερά λαχανικά και νόστιμα φρούτα εκ των οποίων τα πεπόνια τα οποία βρήκε πιο νόστιμα και από εκείνα της Θήβας, που ήσαν ονομαστά σ’ όλη την Ελλάδα.

Το υπέροχο Λαρισινό ψωμί.
Το 1811 ο John Galt επισκέφθηκε τη Λάρισα. Στην μικρή τουρκόπολη της Λάρισας ο Γκαλτ δείχνει να εντυπωσιάζεται από το Διοικητήριο, το οποίο κατά τη γνώμη του, ήταν το πιο επιβλητικό κτήριο δημόσιου χαρακτήρα που είχε δει στις μέχρι τότε περιηγήσεις του στην Ελλάδα. Σημειώνει μάλιστα πως βρισκόταν απέναντι από την γραφική πέτρινη πολυκάμαρη γέφυρα του Πηνειού. Η ύπαρξη του Διοικητη- ρίου ήταν απαραίτητη καθώς η Λάρισα συγκέντρωνε πολλές εξουσίες.
Δεν θα ήταν δυνατόν να μην αναφερθεί στο γεγονός ότι το νερό για κάθε χρήση μεταφερόταν στην πόλη από το ποτάμι με ασκιά και πως σ’ όλη την πόλη δεν υπήρχαν κρήνες. Είναι γνωστό πως την κοπιαστική και ανθυγιεινή αυτή δουλειά έκαναν οι σακάδες ή σακατζήδες.
Ο Γκαλτ αναφέρει επίσης τον δρόμο εκείνο, που κατοικείτο αποκλειστικά από Εβραίους, οι οποίοι ήσαν απόγονοι των προσφύγων της Ισπανίας και των οποίων τα σπίτια δεν έδειχναν ιδιαίτερη ευημερία, ενώ ήσαν επιδεικτικά χρωματισμένες οι επαύλεις των πλούσιων Τούρκων και «χελιδονοφωλιές » τα σπίτια των φτωχών κατοίκων της πόλης, τα οποία χτίζονταν με λάσπη και άχυρο.
Στους βρώμικους και λασπωμένους δρόμους της Λάρισας είδε και μια ευπρεπή άμαξα, οπότε και πληροφορήθηκε ότι ήταν δυνατόν να νοικιάσει ένα παρόμοιο όχημα, με την ημέρα, για το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη. Η αγορά ήταν κατάμεστη και τα τρόφιμα πάμφθηνα. Όσο για το λαρισινό ψωμί ο Γκάλτ το θεωρεί το καλύτερο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Το 1846 ταξίδεψε από την Κοπεγχάγη στη Λάρισα ο J. L. Ussing. Κατά την επίσκεψή του στην Μητρόπολη ενθουσιάστηκε από το βραδινό φαγητό το οποίο περιελάμβανε τέσσερα καλομαγειρεμένα φαγητά που εκπροσωπούσαν επάξια την εξαιρετική θεσσαλική κουζίνα.
Κατά την αναζήτηση αρχαιοτήτων συνάντησε και κατέγραψε λεπτομερώς και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον σαρκοφάγους έξω από το τζαμί του Ομέρ Μπέη και μια ουράνια σφαίρα με τον ζωδιακό κύκλο, στο σημείο όπου βρισκόταν πιθανόν το αρχαίο γυμνάσιο. Μόνο ο Σκορπιός, ο Τοξότης και οι Ιχθύς ήταν σε καλή, σχετικώς, κατάσταση.
Η λατρεμένη από τους αρχαίους Θεσσαλούς Εκάτη, η τρίμορφη θεά γοήτευσε τον Ούσιγκ καθώς απεικονιζόταν όπως συνήθως, με τρεις γυναικείες μορφές που ακουμπούσαν με την πλάτη τους σε έναν κυκλικό κιονίσκο, και οι τρεις κρατούσαν μια δάδα στο αριστερό χέρι και στο δεξιό η μια κρατούσε δοχείο, η δεύτερη φιάλη και η τρίτη ακουμπούσε το χέρι της στο στήθος. Ήταν ντυμένες, με μακρύς διπλούς χιτώνες, οι οποίοι έπεφταν σε λεπτές και συμμετρικές πτυχώσεις και οι κομμώσεις τους ήταν παλιού τύπου βόστρυχοι, οι οποίοι έπεφταν μπροστά στο στήθος.

Η τρισευτυχισμένη Θεσσαλία.
Σημαντικό για την ιστορία της Λάρισας είναι το κείμενο του Γάλλου Edouard Herriot ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη μας το 1928. Η ομορφιά του Ολύμπου, οι κορυφογραμμές της Όσσας, και η Πίνδος αποτελούσαν την υπέρτατη ομορφιά εκείνες τις καυτές καλοκαιρινές ημέρες της επίσκεψης του. Την θεσσαλική γη, με τις καλλιέργειες των σιτηρών, των καπνών και τα υπέροχα δάση που την περιέβαλαν, την χαρακτηρίζει κίτρινο παράδεισο, και ξανθιά στέπα, που έτρεφε μια ράτσα ενεργητικών αλόγων. Κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, η απέραντη πυρακτωμένη πλάκα, η τρισευτυχισμένη Θεσσαλία, έκανε τους ζωντανούς να κρύβονται, τις προβατίνες ν’ αποφεύγουν τη ζεστή καφετιά γη και να ζητούν προστασία μέσα στα καλάμια, τον σκαντζόχοιρο να ξεπροβάλει μέσα από τις πέτρες με τεντωμένα τα αγκάθια του, και τα μικρά μαύρα κοράκια να τριγυρίζουν και να κρώζουν.

Δ. Προσωπικότητες της Λάρισας

Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836)
Μία από τις πιο σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες της Λάρισας, είναι ο Κωνσταντίνος Κούμας. Λόγιος και διδάσκαλος του γένους δίδαξε σε πολύ μικρή ηλικία σε σχολεία της Λάρισας, της Τσαριτσάνης και των Αμπελακίων. Οι σταθμοί της μετέπειτα πορείας του είναι το 1803 η Βιέννη, το 1809 η Σμύρνη, το 1813 η Πόλη, το 1815 πάλι η Σμύρνη, το 1817 η Βιέννη, το 1818 τα Πανεπιστήμια της Γερμανίας και μετά δύο χρόνια η Σμύρνη.
Άνθρωπος με βαθιά επιστημονική γνώση αγωνίζεται σταθερά για την οργάνωση και τη διάδοση της παιδείας στον υπόδουλο ελληνισμό. Επίσης ασχολήθηκε με την μελέτη και τη συγγραφή ιστορικών κειμένων, τη συλλογή και μετάφραση, στην ελληνική, επιστημονικών συγγραμμάτων φυσικής και χημείας κ. ά..

Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860)
Αντίστοιχη περίπτωση με τον Κούμα υπήρξε και ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784, Νεμπεγλέρ -1860, Αθήνα), κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Έλαβε τη βασική μόρφωση στο χωριό του και τη Λάρισα όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1802. Φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804 - 1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806 - 1811). Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στο Βουκουρέστι και διορίστηκε εφημέριος του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου στη Βιέννη (1811 μέχρι το 1818). Μετείχε με τον Άνθιμο Γαζή και τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη στην έκδοση του περιοδικού «Λόγιος Ερμής» και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπήρξε πιστός υπερασπιστής των ιδεών του Κοραή. Το έργο του δεν είναι μόνον θεολογικό. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Έγραψε τα «Στοιχεία ελληνικής γλώσσης» το 1815 με το οποίο συστηματοποιεί τη διδασκαλία του Κοραή και αργότερα την «Χρηστομάθεια ελληνική».

Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823)
Εκείνος που ανέλπιστα προσέφερε πολλά στα γράμματα και τον πολιτισμό της Λάρισας ήταν ο γιατρός Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823). Έρχεται το 1812 στη Λάρισα ως μέλος της αυλής του Βελή πασά και σύντομα συγκροτεί ολόγυρά του ένα κύκλο ξεχωριστών ανθρώπων, διανοούμενους από το ανερχόμενο στρώμα των αστών, οι οποίοι είχαν μαθητεύσει στα καλά σχολεία της ευρύτερης περιοχής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Ιωάννης Οικονόμου Λαρισσαίος ή Λογιωτάτου και ο Χριστόδουλος Κονομάτης. Ο Βηλαράς ως άνθρωπος υπήρξε χαρισματικός. Εκφραστής των πλέον ριζοσπαστικών ιδεών γοήτευσε τους Λαρισαίους.
Στα 1814 (όσο είναι στη Λάρισα) κυκλοφορεί από την τυπογραφία της Κέρκυρας το βιβλίο του «Ρομέηκη γλοσα», αφιερωμένο σε ένα από τους κορυφαίους διδασκάλους του Γένους, τον Αθανάσιο Ψαλίδα (1767-1829).

Ιωάννης Οικονόμου Λαρισσαίος - Λογιωτάτου
Μια μεγάλη φυσιογνωμία της Λάρισας, ο Ιωάννης Οικονόμου Λαρισσαίος - Λογιωτάτου γεννήθηκε στη Λάρισα γύρω στα 1783 και πέθανε στα 1842. Μετά το τέλος των σπουδών του στα σχολεία της Τσαριτσάνης και των Αμπελακίων όπου έρχεται σε επαφή με δασκάλους σαν τον Κούμα, τον Κωνστα- ντά, τον Ασάνη, ταξιδεύει από το 1806 έως το 1815 στο Άγιο Όρος, την Πόλη, το Σινά, την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη της οποίας τα σχολεία είναι όλα έργα Θεσσαλών δασκάλων. Συχνά διέκοπτε τα ταξίδια κι επέστρεφε για εμπορικές δουλειές στη Λάρισα, Στα 1815 όταν είναι λίγο πάνω από τριάντα ετών, επιστρέφει και εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στην πατρίδα του. Είναι πεπεισμένος ότι η αναγέννηση της πατρίδας είναι ζήτημα παιδείας. Αυτή όμως την ιδέα την έχει εμπλουτίσει με περιεχόμενο πολιτικό. Έχει επαφές με την «Φιλόμουσο Εταιρία», και αργότερα γίνεται μέλος της «Φιλικής Εταιρίας» και μάλιστα αναδεικνύεται ως η σπουδαιότερη φυσιογνωμία του συνομωτικού δικτύου της Φιλικής στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας.

Οικονόμου ο εξ Οικονόμων Κωνσταντίνος (1780-1857)
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, επιφανής κληρικός, γεννήθηκε στην Τσαριτσάνη της Λάρισας και διακρίθηκε κατά την προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο. Αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα ηθικής, σύνεσης, μόρφωσης αστείρευτης πηγής ενέργειας και γνώσης. Διέθετε την ιδιαίτερη ικανότητα να απαγγέλλει ραψωδίες του Ομήρου και να γράφει στίχους στην ομηρική γλώσσα. Το γεγονός ότι ήταν πολυμαθής και οξυδερκής με ιδιαίτερη ευφράδεια λόγου, τον βοήθησε να καταξιωθεί και να χαρακτηριστεί μεγάλη μορφή της Εκκλησίας και του έθνους.

Μ. Καραγάτσης (1908-1960)
Ο Μ. Καραγάτσης, ψευδώνυμο του Δημητρίου Ροδόπουλου, είναι ο γνωστότερος ίσως λογοτέχνης της Λάρισας. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πελοπόννησο, αλλά εγκατεστημένος στη Λάρισα. Η μητέρα του καταγόταν από τον Τύρναβο.
Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι. Στο εξοχικό της οικογένειάς του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του, συνήθιζε να διαβάζει καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού.
Στα εφηβικά του χρόνια έγραφε ποιήματα, αλλά σύντομα εγκατέλειψε την ποίηση και στράφηκε στην πεζογραφία. Οι κριτικοί τον χαρακτηρίζουν ως «γεννημένο πεζογράφο», που ξεχώρισε από τους υπόλοιπους της γενιάς του χάρη στην αφηγηματική του ευχέρεια και την φαντασία του.

Γεώργιος Κατσίγρας (1914-1998)
Ο Γεώργιος Κατσίγρας σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και αναγορεύτηκε Διδάκτορας της χειρουργικής. Στα χρόνια της Κατοχής συνελήφθη από τους Ιταλούς και φυλακίστηκε στη Λάρισα και την Αθήνα. Εγκαταστάθηκε κατόπιν μόνιμα στη Λάρισα, όπου ίδρυσε χειρουργική κλινική, η οποία από το 1987 και έπειτα στεγάζει την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Επίσης θεωρείται από τους πιο σημαντικούς συλλέκτες νεοελληνικής τέχνης, έχοντας δημιουργήσει μια συλλογή -ανυπολόγιστης αξίας- πινάκων ζωγραφικής, χαρακτικής και σχεδίων, 700 περίπου έργων Ελλήνων καλλιτεχνών. Η απόφασή του να δωρίσει την πολύτιμη αυτή συλ λογή στο Δήμο Λάρισας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της «Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας - Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα », που αποτελεί σήμερα πολιτιστικό φορέα όχι μόνο για την πόλη της Λάρισας αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας.

Τάκης Τλούπας (1920-2003)
Ο Τάκης Τλούπας γεννήθηκε το 1920 στη Λάρισα όπου ζούσε κι εργαζόταν. Γιος ξυλογλύπτη ακολουθεί την τέχνη του πατέρα του ως την κατοχή, που η αναδουλειά τον έτρεψε σε άλλους τομείς βιοπορισμού, τότε έρχεται σ’ επαφή με τη φωτογραφία που τον συναρπάζει και την ακολουθεί σαν επάγγελμα. Από το 1945 ανοίγει κατάστημα-στούντιο στη Λάρισα φωτογραφίζοντας νύφες και «εβδομαδιαίες φωτογραφίες » αλλά τον ελεύθερο χρόνο του αποτυπώνει τη φύση του Ολύμπου, της Πίνδου και του Θεσσαλικού κάμπου.
Το 1981 κυκλοφόρησε βιβλίο με αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες του και τίτλο «Από τη Γη των ανθρώπων», εκδόσεις «Τρία Φύλλα». Το 1988 συμμετείχε με φωτογραφίες του στο βιβλίο «Βαρούσι». Το 1986 σε συνεργασία με το δήμο Λάρισας, εκδόθηκε το βιβλίο «Εικόνες από τη Λάρισα του χθες». Ο Τάκης Τλούπας πέθανε το Μάιο του 2003.

Ε. Πολεοδομία-Αρχιτεκτονική

Η Λάρισα αποτελεί τη μοναδική πόλη στον Ελλαδικό χώρο, που σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, βρίσκεται πάντα στην ίδια θέση και έχει το ίδιο όνομα. Είναι μια πόλη με συνεχή παρουσία στην ιστορία 8.000 ετών, χτισμένη στη δεξιά όχθη του Πηνειού. Είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος πόλη της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Ελλάδας και αποτελεί δυναμικό διοικητικό, εμπορικό, οικονομικό, πανεπιστημιακό, γεωργικό, συγκοινωνιακό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας.

Η πολεοδομική ανάπτυξη
Μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς, η πόλη άρχισε τη μεγάλη προσπάθεια για την αναγέννησή της και τη μεταμόρφωσή της σε συγκοινωνιακό κέντρο. Το 1883, απέκτησε το πρώτο επίσημο ρυμοτομικό σχέδιο.
Αρχικά, ο πυρήνας της σημερινής πόλης διαμορφώθηκε μέσα στα όρια του παλιού οθωμανικού αστικού ιστού, ακολουθώντας τα παλιά έργα υποδομής και την προϋπάρχουσα ρυμοτομία.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο άρχισε να εισρέει νέος πληθυσμός από την ύπαιθρο σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.
Την περίοδο εκείνη άρχισαν να αναπτύσσονται βιομηχανικές μονάδες. Επιπλέον, η μορφολογία της πόλης και το γεγονός ότι ήταν χτισμένη επίπεδα ευνοούσε την κυκλοφορία των πολιτών με ποδήλατα, ενώ τα περισσότερα κτήρια ήταν μονώροφα ή διώροφα με αυλή.
Στις δεκαετίες του ‘60 και ‘70 η ραγδαία αύξηση του πλη θυσμού και η έλλειψη έγκαιρης χωροταξικής και πολεοδομικής πολιτικής από την πολιτεία είχαν ως αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλά αξιόλογα κτήρια παράλληλα με στοιχεία από την φυσιογνωμία και ταυτότητα της ιστορίας της πόλης. Τα διώροφα σπίτια έγιναν πολυκατοικίες, οι αυλές με τα λουλούδια έγιναν τσιμεντένιες επιφάνειες.
Το 1974 εκπονήθηκε νέο Ρυθμιστικό σχέδιο για την πόλη. Το σχέδιο αυτό όμως δεν θεσμοθετήθηκε ποτέ. Σημαντικές επεκτάσεις του σχεδίου πόλης έγιναν το 1976 και το 1979. Η Λάρισα στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε την εικόνα μιας «αναπτυσσόμενης» αλλά απρόσωπης πόλης που δεν θύμιζε σε κανένα πλέον τίποτα από την μακρόχρονη ιστορία της. Φθάνοντας σε οριακό σημείο πλέον, το 1986 θεσμοθετήθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Το 1988-89 γίνεται νέα επέκταση του σχεδίου πόλης καθώς και αναθεώ ρηση των σχεδίων των περιοχών επέκτασης του 1976 και 1979. Έτσι, η πόλη οριοθετήθηκε στη σημερινή της έκταση, που περιλαμβάνει 19 πολεοδομικές ενότητες. Σήμερα η Λάρισα θεωρείται μια από τις δυναμικότερες αστικές περιοχές της χώρας, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των φυσικών πόρων της ευρύτερης περιοχής. Βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλίας, στη καρδιά της Ελλάδας, με έκταση 19.000 στρ. και πληθυσμό περίπου 200.000 κατοίκους.

Αρχιτεκτονική
Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός των σπιτιών μετά την απελευθέρωση ξεφεύγει από τα παραδοσιακά πρότυπα, όπως φαίνεται από τις κατόψεις τους και την διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων, και ακολουθεί τον αθηναϊκό νεοκλασικισμό. Κατά τη δεκαετία 1950 - 1960, η Λάρισα μετά από κατα στροφικούς σεισμούς, ανοικοδομείται χωρίς σχέδιο αναμόρφωσης και με χαρακτηριστικά αυτής της δόμησης την μικρή έγγεια ιδιοκτησία και τα μικρά πλάτη οδών. Την περίοδο αυτή ανεγείρονται ορισμένα δημόσια κτήρια όπως το Δημοτικό Ωδείο, η Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, καθώς και άλλα έργα υποδομής. Τα χαμηλά κτήρια αυτής της επο χής, κυρίως διώροφα πια με μεγάλους κήπους, δεν έχουν διασωθεί εκτός από συγκεκριμένα στην περιοχή του Φρουρίου και σε εκτός κέντρου περιοχές.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά η φυσιογνωμία της πόλης αλλάζει θεαματικά. Διαμορφώνεται σε μια σύγχρονη ελληνική μεγαλούπολη με ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η Λάρισα αποκτά νέα κτήρια, όπως το Λαογραφικό Μουσείο, τη Δημοτική Πινακοθήκη «Γ. Ι. Κατσίγρα», το Νέο Δημοτικό Ωδείο, το Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο, το κτήριο της Ιατρικής Σχολής, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, κ.ά. Παράλληλα, προχωρά η αναβάθμιση, ανάπλαση του κέντρου με το εκτεταμένο δίκτυο πεζόδρομων και ειδικότερα του χώρου του Φρουρίου, με σκοπό τον προσδιορισμό της χαμένης «ταυτότητας της πόλης».
Με την αποκάλυψη του Α’ Αρχαίου Θεάτρου, εφάμιλλου με αυτό της Επιδαύρου, η Λάρισα έγινε η μοναδική πόλη -εκτός της Αθήνας- με δύο αρχαία θέατρα μέσα στον πολεοδομικό της ιστό. Η ολοκληρωτική αποκάλυψη, αναστήλωση και η ένταξη του στη ζωή της πόλης έρχεται να την απογειώσει πολιτιστικά και να τη συνδέσει με την ιστορική της πορεία.